Ορθοδοξία
ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
Η δομή της Ορθόδοξης Εκκλησίας, όπως ορίζεται στις Γραφές, στην Παράδοση και στους Ιερούς Κανόνες των επτά Οικουμενικών Συνόδων, προορίζεται να διαφυλάξει και να φανερώσει στην πορεία της ιστορίας την ίδια τη φύση της Εκκλησίας, την ενότητά της, την αγιότητα, καθολικότητα (ή οικουμενικότητα ή οικουμενικότητα) και αποστολικότητά της.
Η ενότητα της Ορθόδοξης Εκκλησίας στον κόσμο σήμερα εκδηλώνεται μέσω των κοινοτήτων της (ενορίες, μοναστήρια κ.λπ.) που αποτελούν μέρος μιας επισκοπής. Μια Ορθόδοξη Μητρόπολη είναι πραγματικά Καθολική και Ορθόδοξη όταν είναι ενωμένη με όλες τις άλλες Ορθόδοξες Μητροπόλεις σε μια κοινωνία πίστεως και ζωής. Για να εκδηλώσουν και να διαφυλάξουν αυτήν την οικουμενική ενότητα σήμερα, οι Μητροπόλεις συγκεντρώνονται και σχηματίζουν τα «Αρχαία Πατριαρχεία» (Οικουμενικά Κωνσταντινουπόλεως, Αλεξάνδρειας, Αντιόχειας και Ιεροσολύμων) και τις «Αυτοκέφαλες Εκκλησίες» (Ρωσία, Σερβία, Ρουμανία, Βουλγαρία, Γεωργία, Κύπρος, Ελλάδα , Πολωνία, Αλβανία, Τσεχία και Σλοβακία), τα σύνορα των οποίων συνήθως συμπίπτουν με τα πολιτικά σύνορα των κρατών. Σε καθεμία από αυτές τις εκκλησιαστικές περιγραφές (Αυτοκέφαλες Εκκλησίες) ο Επίσκοπος της πρωτεύουσας ή μιας πόλης μεγάλης εκκλησιαστικής σημασίας φέρει τον τιμητικό τίτλο του Πατριάρχη (Ρωσίας, Σερβίας, Ρουμανίας κ.λπ.) ή Αρχιεπισκόπου (Κύπρου, Ελλάδας κ.λπ.). Οι σχέσεις μεταξύ των Αυτοκέφαλων Ορθοδόξων Εκκλησιών διέπονται από σειρά προτεραιότητας, αφού όλοι αναγνωρίζουν την πρωτοκαθεδρία του Οικουμενικού Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως. Η ενότητα της Εκκλησίας διατηρείται έτσι σε παγκόσμιο επίπεδο.
oΤο Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, που ιδρύθηκε με τον Γ' κανόνα της Β' Οικουμενικής Συνόδου (Κωνσταντινούπολη 381), συγκροτήθηκε οριστικά με τον 28ο κανόνα της Δ' Οικουμενικής Συνόδου (Χαλκηδόνα 451). Είναι, μετά το σχίσμα του 1054, το ορατό κέντρο της Ορθόδοξης Εκκλησίας και έχει την πρώτη τιμητική θέση σε όλες τις κατά τόπους Ορθόδοξες Εκκλησίες. Ο Οικουμενικός Πατριάρχης, ως «primus inter pares» μεταξύ όλων των Επισκόπων του κόσμου, είναι το σημείο αναφοράς για την εκκλησιαστική ενότητα και ο εξουσιοδοτημένος κριτής για κάθε ποιμαντική διαφωνία μεταξύ όλων των Ορθοδόξων Προκαθημένων και Επισκόπων.
Το Οικουμενικό Πατριαρχείο, που έχει την έδρα του στην Κωνσταντινούπολη για περισσότερους από δεκαεπτά αιώνες, αποτελεί έναν από τους αρχαιότερους θεσμούς του κόσμου, του οποίου η διεθνής και διαρκής αποστολή συνίσταται στην εκπλήρωση της αποστολής της Εκκλησίας, δηλαδή στην αναγγελία της σωτηρίας του ανθρώπου και όλου του κόσμου. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο εκτός από τις διάφορες κοινωνικές του ευθύνες εκπληρώνει και τις ηθικές του υποχρεώσεις, όπως, την ειρήνη, δικαιοσύνη, παιδεία και οτιδήποτε σχετίζεται με τα ανθρώπινα δικαιώµατα και αποτελεί παγκόσμιο πρόβληµα για όλη την ανθρωπότητα.
Ιδρυτής του Χριστιανισμού στην Κωνσταντινούπολη είναι ο απόστολος Ανδρέας, ο Πρωτόκλητος, ο οποίος, σύμφωνα με τις ιστορικές πηγές και την παράδοση της Εκκλησίας, εκπλήρωσε την αποστολή του σε πολλές περιοχές της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, συμπεριλαμβανομένης της Καππαδοκίας, του Πόντου, της Μικράς Ασίας, της Θράκης και της Κωνσταντινούπολης, όπου ο Άγιος Ανδρέας χειροτόνησε, πρώτο επίσκοπο, τον Σάντο Στάχη, έναν από τους εβδομήντα μαθητές - αποστόλους του Χριστού.
Η Δ' Οικουμενική Σύνοδος της Χαλκηδόνας, που συγκλήθηκε το 451, καθόρισε ότι ο Επίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως έπρεπε να απολαμβάνει το ίδιο πρωτείο τιμής με τον Επίσκοπο Ρώμης, επειδή η Κωνσταντινούπολη είναι η Νέα Ρώμη. Επιπλέον, το Συμβούλιο αποφάσισε να αναθέσει όλη την άγνωστη γη του κόσμου στο Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, μια δικαιοδοσία που στην πραγματικότητα ήταν πολύ ευρύτερη από εκείνες των άλλων τεσσάρων αρχαίων πατριαρχείων της εποχής, δηλαδή της Ρώμης, της Αλεξάνδρειας, της Αντιόχειας και της Ιερουσαλήμ όπως επίσης της πρώτης Αυτοκέφαλης Εκκλησίας της Κύπρου. Λίγες δεκαετίες αργότερα, τον Απρίλιο του 533, ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός επικύρωσε επίσημα τον ήδη υπάρχοντα τίτλο, «Οικουμενικός Πατριάρχης» για τον Επίσκοπο Κωνσταντινουπόλεως. Σε όλη την περίοδο της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, το Οικουμενικό Πατριαρχείο με την Ορθόδοξη πίστη ήταν ο ιδεολογικός συνεκτικός δεσμός ολόκληρης της πολυεθνικής και πολυπολιτισμικής αυτοκρατορίας που είχε στο κέντρο της τον Θεό.
Μέχρι το 1453 η παγκόσμια αποστολή του Οικουμενικού Πατριαρχείου φαίνεται κυρίως από τη σύγκληση των Οικουμενικών Συνόδων στην Έδρα του στην Κωνσταντινούπολη ή στις Μείζονες Μητροπόλεις του (Νίκαια, Χαλκηδόνα, Έφεσο), από τη ζωή και τη λειτουργική παράδοση που δημιούργησε, από τους πολλούς και μεγάλους Αγίους που έζησαν στην Κωνσταντινούπολη και τις επισκοπές της (Giovanni Crisostomo, Gregorio Nazianzeno, Basilio di Cesarea, Nicola di Mira κ.λπ.) και κυρίως από τις μεγάλες αποστολές της, χάρη στις οποίες πολλοί λαοί, όπως ο Οι Μποέμ, οι Βούλγαροι, οι Κροάτες, οι Μοραβιανοί, οι Πολωνοί, οι Ρουμάνοι, οι Ρώσοι, οι Σέρβοι και οι Ούγγροι γνώρισαν τα σωτήρια μηνύματα του Ευαγγελίου, χωρίς ωστόσο να χάσουν την εθνική και πολιτιστική τους ταυτότητα.
Με την οθωμανική κατοχή της Κωνσταντινούπολης, το Οικουμενικό Πατριαρχείο, το οποίο είχε ήδη συμπληρώσει περισσότερα από χίλια χρόνια από τη σύστασή του, παρέμεινε ο μόνος θεσμός της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας που συνέχισε να λειτουργεί αλώβητος. Η σημαντικότερη και, πολύ συχνά, πιο δύσκολη αποστολή του Οικουμενικού Πατριαρχείου κατά τα έτη 1453 έως 1923 ήταν να υπηρετήσει όλα τα έθνη και όλους τους λαούς που βρέθηκαν κάτω από την Οθωμανική Αυτοκρατορία, προσπαθώντας, πάνω απ' όλα, να τους κρατήσει στην Ορθόδοξη πίστη.
Μετά το 1923 και τη δημιουργία του νέου τουρκικού κράτους, όπως διευκρίνισε ο Παναγιώτατος Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος Α΄ σε ομιλία του στις 19 Οκτωβρίου 2006, ενώπιον των Προκαθημένων των Αυτοκεφάλων Εκκλησιών Ελλάδος και Αλβανίας και πολλών Ευρωπαίων Υπουργών, «το Οικουμενικό Πατριαρχείο υποστηρίζει. τον οικουμενικό του χαρακτήρα και είναι αφιερωμένο στην εκπλήρωση της οικουμενικής [δηλαδή παγκόσμιας] χριστιανικής αποστολής του, χωρίς να συνδέεται με κάποιο συγκεκριμένο κράτος». Σύμφωνα με τον Παναγιώτατο Βαρθολομαίο Α ́, «ο λόγος του Οικουμενικού Πατριαρχείου απευθύνεται και θα συνεχίσει να απευθύνεται ακόμη και κατά τον εικοστό πρώτο αιώνα σε όλους όσους έχουν την ίδια πίστη και στους ετερόδοξους, σε όσους πιστεύουν σε άλλη θρησκεία και σε άθρησκους, σε κάθε άνθρωπο που ενδιαφέρεται να ακούσει όλα όσα ο Λόγος του Θεού έχει αποκαλύψει στην αλήθεια».
Πιο συγκεκριμένα στη σύγχρονη εποχή - και πάλι σύμφωνα με τον Παναγιώτατο Βαρθολομαίο Α' - «το Οικουμενικό Πατριαρχείο ακολουθεί την ενότητα της Ορθόδοξης Εκκλησίας και συντονίζει τη συνεργασία όλων των κατά τόπους Ορθοδόξων Εκκλησιών, βοηθά στη διατήρηση της γνήσιας εκκλησιαστικής παράδοσης, υπενθυμίζει την προσοχή των χριστιανών, και ιδιαίτερα των μοναχών, να αποφεύγουν την εκκοσμίκευση της εκκλησίας, ζει το μυστήριο του Σταυρού, της Ανάστασης και της Σωτηρίας και καλεί όλους τους ανθρώπους να συμμετάσχουν σε αυτήν την εμπειρία, δεσμεύεται για τη μόρφωση των πιστών και, κυρίως, των κληρικών και κρατά όλα τα παιδιά του στην πίστη και στην ορθόδοξη παράδοση» που βρίσκονται σε όλο τον κόσμο. Είναι αυτονόητο ότι μια από τις σημαντικότερες αποστολές του Οικουμενικού Πατριαρχείου είναι η διακήρυξη του Ευαγγελίου σε όλους τους λαούς που δεν γνωρίζουν ακόμη τον Χριστό, άμεσα στην Ασία και την Αμερική, έμμεσα και στην Αφρική, σε συνεργασία με το Πατριαρχείο Αλεξανδρείας. Περαιτέρω, το Οικουμενικό Πατριαρχείο αναλαμβάνει να συντονίζει διαχριστιανικούς και διαθρησκειακούς διαλόγους και φροντίζει για τη δημιουργία ειρηνικών σχέσεων με άλλες χριστιανικές εκκλησίες και ομολογίες, πρωταγωνιστεί - σύμφωνα με τον Παναγιώτατο Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο Α' (Μήνυμα 1ης Σεπτεμβρίου 2004) - «σημαντικών συναντήσεων και συμφωνιών σχετικά με την παγκόσμια ειρήνη και ευημερία, την οικονομική και κοινωνική μεταρρύθμιση, τα ανθρώπινα δικαιώματα και τη θρησκευτική ανεκτικότητα», και αγωνίζεται ώστε οι άνδρες να κατανοήσουν «τη σημασία μιας σταυροφορίας υπέρ του περιβάλλοντός μας, το οποίο έχουμε τόσο εγωιστικά παραμελημένο».
Η Εκκλησία της Κωνσταντινούπολης, που ιδρύθηκε από τον απόστολο Ανδρέα, θα συνεχίσει, όπως βεβαιώνει ο Παναγιώτατος Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος Α', την πνευματική της αποστολή και στον εικοστό πρώτο αιώνα «με τις αδύναμες δυνάμεις της, βέβαιο ότι έτσι εκπληρώνει την ευθύνη της και το χρέος του προς τον κόσμο και την ιστορία».
ΟΡΘΌΔΟΞΟΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΌΣ ΣΤΗΝ ΙΤΑΛΊΑ
1. Η Ιερά Ορθόδοξη Αρχιεπισκοπή Ιταλίας και Μάλτας
Η Αγία Ορθόδοξη Εκκλησία είναι μια Εκκλησία που υπήρχε πάντα στην Ιταλική Χερσόνησο και στα Νησιά της. Αποτελεί μια παραδοσιακή ιστορική εκκλησία, ενώ το εκπολιτιστικό και πνευματικό της έργο ανά τους αιώνες είναι αδιαμφισβήτητο γεγονός.
Χάρη στη μαζική μετανάστευση που προκλήθηκε από τη σταδιακή κατάκτηση της Ορθόδοξης Ανατολής από τους Οθωμανούς, ο αριθμός των Ελλήνων Ορθοδόξων στην Ιταλία αυξήθηκε. Οι τελευταίοι προέρχονταν από την Πελοπόννησο, την Ήπειρο, την Κύπρο, την Κρήτη, τα νησιά του Ιονίου και του Αιγαίου και άλλες τοποθεσίες. Οι περιοχές της Καλαβρίας, της Σικελίας και της Μπαζιλικάτα ήταν εκείνες με τη μεγαλύτερη συγκέντρωση. Ένας σημαντικός αριθμός Ελλήνων Ορθοδόξων βρέθηκε στις πόλεις Νάπολη, Μπαρλέτα, Μπρίντιζι και Λέτσε. Οι μεταναστεύσεις τους αφορούν επίσης το Δουκάτο της Τοσκάνης (Λιβόρνο, Πίζα), τις πόλεις Βενετία, Τεργέστη, Γένοβα, Ανκόνα, το νησί της Κορσικής, την Ίστρια (Pola, Fiume) και τη Δαλματία (Zadar). Ιδιαίτερα ευνοϊκή υποδοχή επιφυλάχθηκε στις πόλεις Βενετία, Νάπολη, Τεργέστη, Λιβόρνο και Μπαρλέτα. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο παρακολουθεί στενά τα προβλήματα και τις δυσκολίες των ελληνορθόδοξων κοινοτήτων της Ιταλίας στέλνοντάς τους ιερείς και δασκάλους μεγάλης αξίας. Ήταν αρχιεπίσκοπος-μητροπολίτης στο πρόσωπο του Μητροπολίτη Φιλαδέλφειας που είχε την επισκοπική του έδρα στη Βενετία, στο ιστορικό Campo dei Greci. Η παρουσία του διήρκεσε από το 1573 έως το 1790.
Προς τα μέσα του δέκατου ένατου αιώνα, τα πράγματα άλλαξαν ουσιαστικά για δύο λόγους: 1) τη σταδιακή αφομοίωση των Ελλήνων Ορθοδόξων με τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, κυρίως λόγω του Ουνιατισμού και των μεικτών γάμων. 2) η μετανάστευση τους σε νέα κέντρα της ελληνορθόδοξης διασποράς στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη, την Αίγυπτο κ.λπ. Μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, η τάση αντιστρέφεται και ο αριθμός των Ορθοδόξων Ελλήνων αρχίζει να αυξάνεται. Προέρχονται κυρίως από τα Δωδεκάνησα και την Ήπειρο, αλλά και από την Αφρική (Αιθιοπία, Λιβύη, Αίγυπτο) και άλλα μέρη στην επικράτεια της ελληνορθόδοξης παράδοσης. Στον αριθμό των τελευταίων προσθέτουμε και τους πολυάριθμους Έλληνες φοιτητές που είναι εγγεγραμμένοι στα ιταλικά πανεπιστήμια.
Κατά τα τέλη του εικοστού αιώνα, δεκάδες χιλιάδες Ορθόδοξοι από την Ανατολική Ευρώπη έφτασαν στην Ιταλία, οι οποίοι, με αυτόν τον τρόπο, κατέληξαν να προστεθούν στον αριθμό των προϋπαρχόντων Ελληνορθοδόξων. Υπολογίζεται ότι σήμερα υπάρχουν περισσότεροι από ένα εκατομμύριο Ορθόδοξοι Χριστιανοί στην Ιταλία. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο παρείχε πατρικό ενδιαφέρον και μεγάλη ευαισθησία υπέρ των αναγκών των αυξημένων ορθοδόξων κοινοτήτων στην Ιταλία, δημιουργώντας στις 5 Νοεμβρίου 1991 την Ιερά Ορθόδοξη Αρχιεπισκοπή Ιταλίας, λαμβάνοντας υπόψη την ανάγκη αντιμετώπισης και ικανοποίησης των πνευματικών αναγκών των Ορθόδοξοι πιστοί εκεί, που ζουν, Ορθόδοξη φοιτητική νεολαία, και της ιδιαίτερης σημασίας αυτής της χώρας όπου εδρεύει η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία.
Στις 26 Αυγούστου 1996, ο Επίσκοπος Γεννάδιος εξελέγη Μητροπολίτης Αρχιεπίσκοπος Ιταλίας, καταλαμβάνοντας την Ιταλική Ιερά Αρχιεπισκοπή στις 27 Οκτωβρίου του ίδιου έτους. Στα δέκα χρόνια της υπηρεσίας του ως Μητροπολίτης ίδρυσε περισσότερες από τριάντα πέντε νέες ενορίες και τέσσερα νέα μοναστήρια, έκτισε εκκλησίες, αναστήλωσε εκκλησίες και μοναστήρια και χειροτόνησε περισσότερους από σαράντα νέους κληρικούς. Κοινωνικό, αστικό και εκκλησιαστικό κύρος κατάφερε και η Ιερά Ορθόδοξη Αρχιεπισκοπή Ιταλίας, με την αναγνώρισή της ως Νομικού Προσώπου για αστικούς σκοπούς από το Ιταλικό Δημόσιο (16.7.1998), με την υποδοχή εκκλησιών και μοναστηριών από το Ρωμαιοκαθολικό Εκκλησίας και από τους Δήμους, με τη λήψη προσκλήσεων συμμετοχής στην ιταλική ζωή. Το 2005, το Ορθόδοξο ποίμνιο του Κράτους της Μάλτας ενσωματώθηκε επίσης στην Αρχιεπισκοπή της Ιταλίας, και ως εκ τούτου η Αρχιεπισκοπή ονομάστηκε Ορθόδοξη Αρχιεπισκοπή Ιταλίας και Μάλτας.
2. Η Ελληνική Ορθόδοξη Εκκλησία του Μιλάνου
Η ιστορία της ίδρυσης του Ελληνορθόδοξου Ιερού Ναού στο Μιλάνο της Ιταλίας το 1925, από ολιγάριθμους Έλληνες, είναι συγκινητική και αναδεικνύει το μέγεθος και τη ζέση της πίστης των πρώτων Ελλήνων Ορθοδόξων, που στις αρχές του περασμένου αιώνα μετανάστευσαν στη σύγχρονη Ευρωπαϊκή μεγαλούπολη.
Το 1925, λοιπόν, με την καθοδήγηση του μακεδονομάχου ιεράρχη Γερμανού Καραβαγγέλη, μητροπολίτη τότε Κεντρικής Ευρώπης, με έδρα την Αυστρία, ιδρύθηκε ο «ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΕΝ ΜΙΛΑΝΩ», ο οποίος την 1η Μαρτίου του ίδιου έτους ψήφισε το Καταστατικό του Συλλόγου, θέτοντας ως μοναδικό του σκοπό την απόκτηση Ελληνικής Ορθόδοξης Εκκλησίας στην ιστορική πόλη των Μεδιολάνων.
Το έτος 1929, έπειτα από συγκέντρωση των αναγκαίων χρημάτων από τους ίδιους τους Έλληνες του Μιλάνου, αγοράσθηκε οικόπεδο 200 τ. μ., στο οποίο αργότερα δημιουργήθηκε ο Ιερός Ναός.
Κατά τη διετία της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης 1930 – 1931 το σχέδιο της απόκτησης Ιερού Ναού διέτρεξε σοβαρό κίνδυνο, αφού το σύνολο σχεδόν των Ελλήνων αναχώρησε από την Ιταλία.
Χάρη στους δύο εναπομείναντες Έλληνες στο Μιλάνο, Χαράλαμπο Λοβέρδο και Ευάγγελο Δαλαβέκουρα -ο τελευταίος, μάλιστα, συνέδεσε το όνομά του με την ιστορική πορεία και διακονία του ναού- ο Σύλλογος παρέμεινε ενεργός και το 1956 ξεκίνησε η δημιουργία του Ιερού Ναού, στον οποίο η πρώτη Θεία Λειτουργία τελέστηκε δύο χρόνια αργότερα.
Από το 1958 και μέχρι, περίπου, τα τέλη της δεκαετίας του ’90, ο ελληνορθόδοξος Ναός του Μιλάνου αποτελούσε τη μοναδική Ορθόδοξη Εκκλησία σε ολόκληρη τη Λομβαρδία, διακονώντας συνεχώς τις πνευματικές και λατρευτικές ανάγκες όλων των Ορθοδόξων κατοίκων της περιοχής, ανεξαρτήτου εθνικότητας.
Οι θαυματουργικές, μάλιστα, επεμβάσεις, των ιερών εικόνων της Ευαγγελιστρίας και της Αγίας Παρασκευής, που μέχρι σήμερα φυλάσσονται στην εκκλησία, ανέδειξαν τον ιερό χώρο σε τοπικό, μικρό Ορθόδοξο προσκύνημα των ιστορικών Μεδιολάνων.
Το 1964 διορίσθηκε ιερατ. προϊστάμενος ο αρχιμανδρίτης Τιμόθεος Μοσχόπουλος, ο οποίος διακόνησε την εκκλησία για περισσότερες από τέσσερις δεκαετίες και τιμήθηκε με το οφίκιο του Αρχιμανδρίτη του Οικουμενικού Πατριαρχείου.
Το 1968 ιδρύθηκε το Ινστιτούτο Ορθόδοξων Θεολογικών Μελετών Μιλάνου, με σκοπό την παρουσίαση της Ορθόδοξης Θεολογίας στη βόρεια Ιταλία.
Το Ινστιτούτο, που το 1980 βραβεύθηκε από την Ακαδημία Αθηνών, λειτούργησε ενεργά μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ’90, δίδοντας διαλέξεις και εκδίδοντας διάφορα βιβλία, καθώς και το επιστημονικό περιοδικό «Simposio Cristiano».
Τη δεκαετία του 1980 ιδρύθηκαν, επίσης, ο Σύλλογος Κυριών και Δεσποινίδων, με σκοπό την επιμέλεια του φιλανθρωπικού και εκπολιτιστικού έργου της ενορίας, καθώς και το Εκκλησιαστικό Βιβλιοπωλείο.
Μεγάλης ιστορικής σημασίας για την ελληνορθόδοξη Εκκλησία του Μιλάνου αποτελεί το προσκύνημα στα ιστορικά Μεδιόλανα της Α. Θ. Π. του Οικουμενικού Πατριάρχη κ. κ. Βαρθολομαίου, στις 17 Μαΐου του 1997. Ο Προκαθήμενος της Ορθόδοξης Εκκλησίας, με τον πάντοτε προφητικό του λόγο, ενίσχυσε πνευματικά τους Ορθόδοξους της σύγχρονης Ευρωπαϊκής μεγαλούπολης του Μιλάνου, οι οποίοι κατέκλεισαν το Ναό και τους πέριξ χώρους, για να λάβουν την Πατριαρχική Ευλογία, και τους κάλεσε να διαφυλάξουν την πίστη, τα ιερά και τα όσια της Ορθοδοξίας.
Στις 10 Ιανουαρίου 2012, με επιστολή του ο Μακαριστός Μητροπολίτης Ιταλίας κυρός Γεννάδιος ζήτησε από τον νέο Καρδινάλιο του Μιλάνου κ. Angelo Scola, την παραχώρηση Ναού στο κέντρο της πόλεως.
Ο Καρδινάλιος του Μιλάνου απάντησε θετικά, τονίζοντας ότι «η πνευματικότητα, η πίστη και η ευαγγελική μαρτυρία των Ορθοδόξων πιστών αποτελούν μέγα δώρο για την Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία».
Η εκκλησία, της οποίας τα Θυρανοίξια πραγματοποιήθηκαν από τον Μητροπολίτη Ιταλίας κ.κ. Γεννάδιο στις 13 Οκτωβρίου ε. ε., παραμονή της μνήμης των τοπικών Αγίων του Μιλάνου Ναζαρίου, Γερβασίου, Προτασίου και Κελσίου, αφιερώθηκε στην «Παναγία του Ακαθίστου Ύμνου», ενώ τα εσωτερικά παρεκκλήσια που διαθέτει, στους προαναφερθέντες τοπικούς Μάρτυρες καθώς και στους Αγίους Ισαποστόλους Κωνσταντίνου και Ελένης, ο οποίος μάλιστα στην πόλη του Μιλάνου, υπέγραψε πριν από 1700 έτη περίπου, το περίφημο «Διάταγμα των Μεδιολάνων» (313).
ΣΥΝΤΟΜΟΝ ΙΣΤΟΡΙΚΟΝ ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟΥ
1. Ἡ Ἀποστολική ἀξία τῆς Ἐκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως.
Οἱ Ἀπόστολοι ἐστάλησαν ὑπό τοῦ Χριστοῦ διά νά κηρύξουν τό Εὐαγγέλιον τῆς σωτηρίας εἰς πάντα τά ἔθνη. Κατά θαυμαστόν ὄντως τρόπον ἐπέτυχον, παρά τούς διωγμούς καί τάς δυσμενεῖς ἐξωτερικάς συνθήκας, τῇ δυνάμει τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἱκανούμενοι, νά ἐξαπλώσουν τόν Χριστιανισμόν ἐντός ἐλαχίστου χρονικοῦ διαστήματος εἰς τά πέρατα τῆς οἰκουμένης.
Ὁ Ἀπόστολος Ἀνδρέας, ὁ Πρωτόκλητος τῶν Ἀποστόλων, ἔδρασε, κατά ἀξιοπίστους ἱστορικάς πηγάς καί τήν παράδοσιν τῆς Ἐκκλησίας, εἰς τήν Μικράν Ἀσίαν, εἰς τάς περί τόν Εὔξεινον Πόντον περιοχάς, εἰς τήν Θράκην καί εἰς τήν Ἀχαΐαν, ὅπου καί ἐμαρτύρησεν. Ἡ εἰς τάς περιοχάς ταύτας δράσις τοῦ Ἀποστόλου Ἀνδρέου συνετέλεσεν ὥστε αἱ Ἐκκλησίαι αὐτῶν, ὡς τῆς Τραπεζοῦντος, τῆς Κωνσταντινουπόλεως, τῶν Πατρῶν, νά τιμοῦν αὐτόν ἰδιαιτέρως ὡς ἱδρυτήν καί προστάτην. Ἡ Ἐκκλησία Κωνσταντινουπόλεως ἔχει καθιερώσει τήν ἡμέραν τῆς μνήμης τοῦ Ἀποστόλου (30 Νοεμβρίου) ὡς Θρονικήν Ἑορτήν, ἑορταζομένην μετά λαμπρότητος. Ὁ ἑορτασμός οὗτος, διακοπείς κατά τούς πρώτους χρόνους τῆς τουρκοκρατίας, ἐπανηνέχθη ἐπί Πατριαρχίας τοῦ ἀπό Φιλιππουπόλεως Σεραφείμ τοῦ Β´ (1760), συνεχιζόμενος ἔκτοτε ἀδιακόπως μέχρι σήμερον. Εἰς τήν Κωνσταντινούπολιν, ὅπου μετεφέρθησαν ἐκ τῶν Πατρῶν τά ἱερά λείψανα τοῦ Ἀποστόλου τό ἔτος 356, κατατεθέντα ἐν τῷ ναῷ τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, ἐτιμᾶτο ἰδιαιτέρως οὗτος, ὡς φαίνεται καί ἐκ τῆς εἰς αὐτόν ἀφιερώσεως πολλῶν ναῶν.
Ἡ ἀποστολικότης τοῦ Θρόνου τῆς Κωνσταντινουπόλεως φαίνεται καί ἐκ τῆς μεμαρτυρημένης ἐν τῇ Μικρᾷ Ἀσίᾳ δράσεως τοῦ Ἀποστόλου καί Εὐαγγελιστοῦ Ἰωάννου, ὅστις ἀπηύθυνε τό βιβλίον τῆς Ἀποκαλύψεως « ταῖς ἑπτά ἐκκλησίαις ταῖς ἐν τῇ Ἀσίᾳ», εἰς τάς Ἐκκλησίας δηλαδή τῆς Ἐφέσου, τῆς Σμύρνης, τῆς Περγάμου, τῶν Θυατείρων, τῶν Σάρδεων, τῆς Φιλαδελφείας καί τῆς Λαοδικείας, αἱ ὁποῖαι σταθερῶς ἀπό τοῦ 4ου αἰῶνος μέχρι σήμερον ἀνήκουν εἰς τήν δικαιοδοσίαν τῆς Ἐκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως. Τήν διπλῆν ἀποστολικότητα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου ἐπεκαλέσθη ὁ Πατριάρχης Ἰγνάτιος εἰς τήν Πρωτοδευτέραν Σύνοδον (86Ι), ἀντιμετωπίζων τούς ἐκπροσώπους τοῦ Πάπα, οἵτινες προέβαλον τήν ἀποστολικότητα τοῦ θρόνου τῆς Ῥώμης. Εἶπε τότε ὁ Ἅγιος Ἰγνάτιος, ὡς τοῦτο διεσώθη εἰς τήν κανονικήν συλλογήν τοῦ Καρδιναλίου Deusdedit (11ος αἰών), κατά μετάφρασιν ἐκ τοῦ λατινικοῦ: «Καί ἐγώ κατέχω ἐπίσης τόν θρόνον τοῦ Ἀποστόλου Ἰωάννου καί τοῦ Πρωτοκλήτου Ἀποστόλου Ἀνδρέου».
Ἡ ἀποστολική ὅμως καταξίωσις τῆς Ἐκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως ἐρείδεται πολύ περισσότερον ἐπί τοῦ ἀποστολικοῦ αὐτῆς ἔργου, τό ὁποῖον ἐπετέλεσε, κατά ἀξιοθαύμαστον ὄντως τρόπον, καί ἐν τῇ συγκροτήσει τῆς πρώτης καί μοναδικῆς ἐν τῷ κόσμῳ χριστιανικῆς πολιτείας τοῦ Βυζαντίου, καί ἐν τῇ διαδόσει τοῦ Εὐαγγελίου, ἀποστολικῷ τῷ ἤθει καί τοῖς τρόποις, εἰς πολυπληθεῖς λαούς, οὕς συνήγαγεν ἐν τῇ Mιᾷ, Ἁγίᾳ, Καθολικῇ καί Ἀποστολικῇ Ἐκκλησίᾳ, καταστᾶσα οὕτως ἰσαπόστολος μετά τοῦ πρώτου Χριστιανοῦ αὐτοκράτορος, τοῦ ἱδρυτοῦ τῆς νέας πρωτευούσης τῆς αὐτοκρατορίας τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ἥτις ἀπετέλεσε τήν αἰωνίαν αὐτῆς ἕδραν.
Πρό τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου ἡ μικρά πόλις τοῦ Βυζαντίου, ἡ ἀρχαία αὕτη ἀποικία τῶν Μεγαρέων, ἦτο ἐπισκοπή κατά τό Χριστιανικόν αὐτῆς τμῆμα, ὑπαγομένη ὑπό τόν Μητροπολίτην τῆς ἐν Θράκῃ Ἡρακλείας καί συμμεριζομένη τάς σκληράς συνθήκας ζωῆς, τάς προκληθείσας ἐκ τοῦ ἐναντίον τῶν Χριστιανῶν διωγμοῦ τῶν Ῥωμαίων αὐτοκρατόρων. Πρῶτος αὐτῆς ἐπίσκοπος τοποθετηθείς ὑπ᾽ αὐτοῦ τοῦ Ἀποστόλου Ἀνδρέου ἦτο ὁ Ἀπόστολος Στάχυς, ἀκολουθούμενος ὑπό ἀδιακόπου σειρᾶς εἰκοσιτεσσάρων ἄλλων ἐπισκόπων, μέ τελευταῖον τόν Ἅγιον Μητροφάνην, διά τοῦ ὁποίου κλείεται ἡ πρώτη ἄσημος περίοδος τῆς ἐπισκοπής τοῦ Βυζαντίου καί ἄρχεται ἀπό τῆς ἐποχής τοῦ Μ. Κωνσταντίνου ἡ λαμπρά περίοδος τῆς ὑπερχιλιετοῦς Βυζαντινῆς αὐτοκρατορίας, κατά τήν ὁποίαν ἡ Ἐκκλησία Κωνσταντινουπόλεως, ἐξελιχθεῖσα εἰς Ἀρχιεπισκοπήν, Πατριαρχεῖον, Οἰκουμενικόν Θρόνον, Μεγάλην Ἐκκλησίαν, δέν ἦτο ἁπλοῦν ἀποτέλεσμα κοσμοϊστορικῶν ἀλλαγῶν καί ἀνακατατάξεων, ἀλλά οὐσιαστικός συντελεστής τοῦ μεγαλείου καί τῆς αἴγλης τῆς ἑλληνορωμαϊκῆς χριστιανικῆς αὐτοκρατορίας.
2. Περίοδος ἀκμῆς καί ἀκτινοβολίας (324-1453).
Ὡς γνωστόν, ὁ ἀρχέγονος Χριστιανισμός διεδόθη κατ᾽ ἀρχάς εἰς περιοχάς, ὅπου ἐκυριάρχει ὁ ἑλληνικός πολιτισμός καί ἐλαλεῖτο ἡ ἑλληνική γλώσσα, ὑπό τήν διοικητικήν κάλυψιν τῆς ἀπεράντου Ῥωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας, ἡ ὁποία εἰς τόν χῶρον τῆς Ἀνατολῆς ἐπεξετάθη ἐκεῖ ὅπου προηγουμένως εἶχον ἐπεκτείνει τά ὅρια τοῦ ἑλληνισμοῦ ὁ Μέγας Ἀλέξανδρος καί οἱ διάδοχοί του. Ἡ χριστιανική οἰκουμένη τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου ἐστηρίχθη ἐπί τῆς ἑλληνικῆς οἰκουμένης τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου. Ὁ Χριστιανισμός εἶχεν ἐξ ἀρχῆς ἑλληνικήν φωνήν, ἐκτός δέ τοῦ μεγάλου ἑλληνιστοῦ Ἀποστόλου Παύλου, ὅστις ἢνοιξε τόν Χριστιανισμόν εἰς τήν ἑλληνικήν οἰκουμένην, καί ἄλλοι Ἀπόστολοι ἔδρασαν διά τήν διάδοσιν τοῦ Χριστιανισμοῦ εἰς ἑλληνικάς ἤ ἑλληνοφώνους περιοχάς, μεταξύ δέ αὐτῶν καί ὁ Ἀπόστολος Ἀνδρέας, ὁ ἱδρυτής τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Βυζαντίου, ἡ ὁποία ἐπρόκειτο νά ἀποβῇ περίλαμπρον ἐκκλησιαστικόν κέντρον, δεσπόζον ἐπί αἰῶνας τῆς πνευματικῆς ζωῆς ὁλοκλήρου τῆς ἀνθρωπότητος. Ὁ ἑλληνικός κόσμος τῶν παραλίων τῆς Μεσογείου καί τοῦ Εὐξείνου Πόντου ἀπετέλεσε τό ἔδαφoς τῆς ἱεραποστολικῆς δράσεως πολλῶν ἀποστόλων. Διά τοῦτο ἡ ὀργάνωσις τῆς πρώτης Χριστιανικῆς Ἐκκλησίας ἐστηρίχθη εἰς τάς μεγάλας ἑλληνικάς πόλεις, ὅπου ὑπῆρχον ἀκμαῖαι χριστιανικαί κοινότητες.
Τό ἱεραποστολικόν χρέος τοῦ Ἀποστόλου Παύλου διά τήν διάδοσιν τοῦ Χριστιανισμοῦ εἰς Ἕλληνας καί βαρβάρους (Ρωμ. 1,14) ἐξεπληρώθη ὑπό τοῦ ἰδίου κατά τό πρῶτον σκέλος διά τῆς διαδόσεως τοῦ Χριστιανισμοῦ εἰς τόν ἑλληνικόν κόσμον. Τήν ἱεραποστολικήν ὀφειλήν τοῦ Ἀποστόλου, κατά τό δεύτερον σκέλος, ἐξεπλήρωσε παραδειγματικῶς ἡ Ἐκκλησία Κωνσταντινουπόλεως, πεπροικισμένη δι᾽ ὅλων τῶν εὐνοϊκῶν προϋποθέσεων, τάς ὁποίας ἐδημιούργησεν ἡ μεταφορά τῆς πρωτευούσης ἐκ τῆς Παλαιᾶς Ῥώμης, ἡ ὁποία συνδεθεῖσα μετά τοῦ παγανισμοῦ καί τῆς εἰδωλολατρείας ἐφαίνετο ἀνίσχυρος καί ἀκατάλληλος ὡς πρωτεύουσα τῆς νέας χριστιανικῆς οἰκουμένης, εἰς τήν Νέαν Ρώμην, τήν Κωνσταντινούπολιν, οἰκοδομηθεῖσαν καί σχεδιασθεῖσαν ἵνα ἀναλάβῃ τήν ἡγεσίαν τοῦ χριστιανικοῦ κόσμου.
Οἱ ἱστορικοί ἔχουν ἀποδεχθῆ ἀνεπιφυλάκτως τήν διαπίστωσιν, καθ᾽ ἥν κατά τό τέλος τοῦ 20οῦ μ.Χ. αἰῶνος, ἐνῷ εἰς τό δυτικόν τμῆμα τοῦ ῥωμαϊκοῦ κράτους, συμπίπτον μετά τῆς σημερινῆς Εὐρώπης, ὁ Χριστιανισμός σποραδικῶς μόνον εἶχε διαδοθῆ εἰς μεμονωμένας κοινότητας, εἰς τήν Ἀνατολήν ἀντιθέτως εἶχεν ἐμπεδωθῇ ὁριστικῶς εἰς πυκνόν δίκτυον κοινοτήτων, ἰδιαιτέρως εἰς τάς ἐπαρχίας τῆς Μικρᾶς Ἀσίας καί τοῦ Πόντου, αἱ ὁποῖαι μετά τῆς Θράκης θά ἀποτελέσουν ἀπό τοῦ τετάρτου αἰῶνος τό ἔδαφος τῆς ἐκκλησιαστικῆς δικαιοδοσίας τῆς Ἐκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως. Ἤδη ἐπί τοῦ αὐτοκράτορος Δομιτιανοῦ (81-96) ὑπάρχουν εἰς τήν Μικράν Ἀσίαν αἱ ἑπτά Ἐκκλησίαι τῆς Ἀποκαλύψεως, τάς ὁποίας ἤδη ἐμνημονεύσαμεν. Εἰς αὐτόν τόν λόγον ὀφείλεται, εἰς τό πλαίσιον τοῦ θεσμοῦ τῆς πενταρχίας τῶν πατριαρχῶν, ἀποτελοῦντος ἀπό τοῦ 5ου αἰῶνος σταθεράν μορφήν ὀργανώσεως τῆς Ἐκκλησίας εἰς αὐτοκεφάλους τοπικάς Ἐκκλησίας, ἡ ὕπαρξις εἰς τήν Δύσιν ἑνός μόνον ἐκκλησιαστικοῦ κέντρου, τῆς Ῥώμης, ἐνῷ τά ὑπόλοιπα τέσσαρα, Κωνσταντινούπολις, Ἀλεξάνδρεια, Ἀντιόχεια, Ἱεροσόλυμα, εὑρίσκονται εἰς τήν Ἀνατολήν.
Ἡ πολιτική καί πολιτιστική αἴγλη, δι᾽ ἧς περιεβλήθη ἡ Κωνσταντινούπολις ὡς ἡ νέα πρωτεύουσα τῆς χριστιανικῆς πλέον αὐτοκρατορίας, προεκάλεσε σημαντικάς ἀνακατατάξεις εἰς τήν ὀργάνωσιν τῆς Ἐκκλησίας τόν 4ον ἤδη αἰῶνα. Ἡ διαμόρφωσις τῆς ὑψηλῆς ἐκκλησιαστικής θέσεως τῆς Κωνσταντινουπόλεως ὡς πνευματικοῦ κέντρου τῆς χριστιανικῆς οἰκουμένης συνετελέσθη ταχύτατα. Κατά τήν Α´ Οἰκουμενικήν Σύνοδον (325), ἐνῶ ἤδη ἔχει ἀποφασισθῇ ἡ μεταφορά τῆς πρωτευούσης (324), οὐδεμία μνεία γίνεται τοῦ Θρόνου τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Τά ἐπίσημα ἐγκαίνια τῆς Κωνσταντινουπόλεως ὡς νέας πρωτευούσης ἐγένοντο τό ἔτος 330, ἀσφαλῶς δέ θά ἐχρειάζετο ὁ εὔλογος χρόνος διά νά ἀποκτήσῃ αὕτη ἀνάλογον κῦρος καί νά ἐπιβληθῇ, ἀνταγωνιζομένη τήν Παλαιάν Ρώμην μέ τό μακροχρόνιον ἱστορικόν μεγαλεῖον καί τήν λαμπρότητα τῆς αἰωνίου πόλεως. Ἀνάλογοι προσπάθειαι τήν ἰδίαν ἐποχήν, ἐπιχειρηθεῖσαι διά τῆς ἐγκαταστάσεως τοῦ αὐτοκράτορος εἰς ἄλλας πόλεις (Νικομήδεια, Μεδιόλανα) εἶχον ἀποτύχει. Ὁ γνωστός κανονολόγος Θεόδωρος Βαλσαμών, ἐξηγῶν τήν παρασιώπησιν τῆς Κωνσταντινουπόλεως ὑπό τῆς Α´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, γράφει τά ἑξῆς σημαντικά ἐν πρώτοις διά τήν αἴγλην καί τό κῦρος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου, κατόπιν διά τήν ἐκ θείου σχεδίου μεταφοράν τῆς πρωτευούσης καί τήν μεταβολήν αὐτῆς ἐξ ἀγριελαίου (Παλ. Ρώμη) εἰς καλλιέλαιον (Ν. Ρώμη), ὡς καί διά τόν παγιωθέντα ἤδη θεσμόν τῆς πενταρχίας τῶν Πατριαρχῶν, τόν ὁποῖον σημειωτέον ἡ Ῥώμη προσεπάθει πάντοτε νά ἀνατρέψῃ, μή ἀποδεχομένη τοπικάς αὐτοκεφάλους Ἐκκλησίας, ἀλλά τήν μοναρχίαν τοῦ Πάπα καί τήν ἐπί πάσης τῆς Ἐκκλησίας δικαιοδοσίαν αὐτοῦ. Γράφει ὁ Βαλσαμών: «Ὁ δέ μέγας Θρόνος τῆς Κωνσταντινουπόλεως, τό περιβόητον τοῦτο πράγμα καί ὄνομα Πειρινθίοις ὑποκείμενος (Πείρινθος δέ ἔστιν ἡ δυτική Ἡράκλεια) ἐτέλει ὑπό Ἐπίσκοπον οὔπω γάρ μεγαλόπολις ἡ Κωνσταντινούπολις ὠνομάζετο, ἀλλά πολίχνιον καί Βυζάντιον. Μετενεχθέντων δέ τῶν σκήπτρων τῆς βασιλείας ἀπό τῆς παλαιᾶς Ῥώμης ἐν αὐτῇ κατά θείαν καί ἀπόῤῥητον πρόνοιαν ὡς ἐξ ἀγριελαίου εἰς καλλιέλαιον, ὁ τότε ἀρχιερατεύων τοῦ τοιούτου θρόνου Ἅγιος Μητροφάνης ἐξ Ἐπισκόπου μετωνομάσθη Ἀρχιεπίσκοπος. Διά γάρ τοῦτο καί ἡ πρώτη Ἁγία Οἰκουμενική Σύνοδος ἐν ἕκτῳ καί ἑβδόμῳ κανόνι μνησθεῖσα τῶν τεσσάρων Πατριαρχῶν, ἤγουν τοῦ Ῥώμης, τοῦ Ἀλεξανδρείας, τοῦ Ἀντιοχείας καί τοῦ Ἱεροσολύμων, τοῦ τῆς Κωνσταντινουπόλεως μνείαν οὐκ ἐποιήσατο» (Ράλλη-Ποτλή, 4,542).
Κατά τό διαῤῥεῦσαν διάστημα μεταξύ τῆς Α´καί τῆς Β´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου (325-381), ἐντός πεντήκοντα περίπου ἐτῶν, ἡ Κωνσταντινούπολις διαμορφοῦται εἰς ἡγέτιδα Ἐκκλησίαν, ὡς φαίνεται ἐκ τοῦ πρωταγωνιστικοῦ ρόλου τῶν Ἐπισκόπων αὐτῆς κατά τήν διάρκειαν τῶν τριαδολογικῶν αἱρέσεων, μέ συνέπειαν νά προεδρεύσουν τῶν ἐργασιῶν τῆς Β῾ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, μετά τόν θάνατον τοῦ Μελετίου Ἀντιοχείας, δύο Ἀρχιεπίσκοποι Κωνσταντινουπόλεως, ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος καί μετά τήν παραίτησιν αὐτοῦ ὁ διάδοχός του Ἅγιος Νεκτάριος Κωνσταντινουπόλεως. Ἡ Σύνοδος αὕτη ἐῤῥύθμισε τήν παγιωθεῖσαν ἐν τῇ πράξει πρωτεύουσαν θέσιν τῆς Ἐκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως, ὁρίσασα ἐν τῷ 3ῳ κανόνι αὐτῆς «τόν μέντοι Κωνσταντινουπόλεως Ἐπίσκοπον ἔχειν τά πρεσβεῖα τῆς τιμῆς μετά τόν τῆς Ῥώμης Ἐπίσκοπον, διά τό εἶναι αὐτήν νέαν Ῥώμην». Κατά τήν ἐπιτυχῆ διατύπωσιν τοῦ Σάρδεων Μαξίμου εἰς τό περί τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου ἔργον αὐτοῦ «ὁ 3ος κανών δέν ὑπῆρξε προϊόν αὐθαιρεσίας, ἀλλ᾽ ἀποτέλεσμα τῆς ἐξελίξεως τῶν 50 ἐτῶν καί ὥριμος καρπός τῆς ἱστορικῆς συνειδήσεως τῶν ἐκκλησιῶν τῆς Ἀνατολῆς καί τῶν νέων συνθηκῶν τῆς Αὐτοκρατορίας» (σελ. 109).
Ἡ ἐκκλησιαστική αὕτη ὕψωσις τῆς Κωνσταντινουπόλεως ὑπεράνω τῶν Πατριαρχείων τῆς Ἀνατολῆς καί ἀμέσως μετά τήν Ῥώμην συνετέλεσεν εἰς τήν ἐν τῇ πράξει ἄσκησιν δικαιοδοσίας ἐπί τῶν πλησιοχώρων διοικήσεων Πόντου, Θράκης καί Ἀσίας, μολονότι τυπικῶς ἡ Σύνοδος δέν ἔθιξε τό καθεστώς τῆς ἀνεξαρτησίας αὐτῶν. Ἡ ὁριστική ὑπαγωγή αὐτῶν εἰς τήν δικαιοδοσίαν τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἐγένετο ἐν τῇ Δ´ Οἰκουμενικῇ Συνόδῳ τῆς Χαλκηδόνος, ἡ ὁποία διά τοῦ 28ου κανόνος αὐτῆς ἐπικυρώνει τήν παγιωθεῖσαν πρᾶξιν τῆς ἐπί τῶν διοικήσεων αὐτῶν δικαιοδοσίας τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ἐπεκτείνει δέ αὐτήν καί εἰς τά «βαρβαρικά ἔθνη», εἰς τάς ἐκτός τῆς αὐτοκρατορίας δηλαδή καί ἐκτός τῶν ὁρίων τῶν αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν ἐν διασπορᾷ εὑρισκομένας χριστιανικάς κοινότητας. Ἡ Δ´ Οἰκουμενική Σύνοδος ὁλοκληρώνει οὕτω τήν ἐκκλησιαστικήν ὕψωσιν τῆς Κωνσταντινουπόλεως, συμπληροῦσα τάς ῥυθμίσεις τῆς Β´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Ὁ Ἐπίσκοπος αὐτῆς δέν εἶναι πλέον μετά τόν Ῥώμης, ὡς ὥριζεν ἡ Β´ Οἰκουμενική Σύνοδος, ἀλλά μετά τοῦ Ῥώμης «τά ἴσα πρεσβεῖα ἀπένειμαν τῷ τῆς νέας Ῥώμης Ἁγιωτάτῳ Θρόνῳ» (28ος κανών). Διά τῶν κανόνων 9 καί 17 αὐτῆς δίδεται ἐπίσης εἰς τόν Κωνσταντινουπόλεως τό δικαίωμα τοῦ ἐκκλήτου, τοῦ νά δικάζῃ ἐν περιπτώσει ἐκκλήσεως ὑπερορίους κληρικούς τῶν λοιπῶν Πατριαρχείων. Εἰς τάς δύο αὐτάς περιπτώσεις ἀσκήσεως ὑπερορίου ἁρμοδιότητος, ἤτοι εἰς τήν δικαιοδοσίαν ἐπί τῆς διασπορᾶς καί εἰς τήν ὑπάτην δικαστικήν ἐξουσίαν ἐν τῷ θεσμῷ τοῦ ἐκκλήτου ἐκδηλοῦται ἐμφανῶς ἡ πρωτεύουσα θέσις τοῦ Θρόνου τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Εἰς οὐδένα ἄλλον Θρόνον ἐπιτρέπουν οἱ κανόνες ἄσκησιν ὑπερορίου ἁρμοδιότητος.
Ἡ προνομιακή αὕτη θέσις τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, στηριζομένη εἰς ῥητάς κανονικάς διατάξεις, κατέληξεν ἐν τῇ ἱστορίᾳ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, πέραν τῆς νομικῆς θεμελιώσεως, εἰς φυσικόν αὐτῆς γνώρισμα. Ὁ ὀρθόδοξος πολιτισμός δέν εἶναι δυνατόν νά κατανοηθῇ, ἄν ἀφαιρέσῃ κανείς τήν Κωνσταντινούπολιν, ἡ ὁποία ἀπέβη τό μέγα Κέντρον τῆς Ὀρθοδοξίας καθ᾽ ὅλην τήν δυναμικήν ἱστορικήν της πορείαν. Κατά τήν περίοδον αὐτήν τῆς ἰσχύος καί τῆς ἀκμῆς τό Οἰκουμενικόν Πατριαρχεῖον ἐπρωτοστάτησεν εἰς τήν διατύπωσιν καί διαμόρφωσιν τῶν δογμάτων, εἰς τήν σύγκλησιν τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, εἰς τήν ἀνάπτυξιν τοῦ Μοναχισμοῦ, εἰς τόν ἐμποτισμόν συνόλου τῆς ζωῆς ἐν τῇ αὐτοκρατορίᾳ ὑπό τοῦ χριστιανικοῦ πνεύματος ἐν ἁρμονικῇ συνεργασία μετά τῆς πολιτικῆς ἐξουσίας, ὥστε πράγματι τό Βυζάντιον νά ἀποτελῇ μοναδικόν ἐν τῇ παγκοσμίῳ ἱστορίᾳ παράδειγμα γνησίας βιώσεως τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Χριστοῦ. Ἤσκησεν ἐπίσης ἐπιτυχέστατον ἱεραποστολικόν ἔργον ἤδη ἀπό τῆς ἐποχῆς τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, τό ὁποῖον ἐκορυφώθη κατά τούς 9ον καί 10ον αἰῶνας διά τῆς ἱεραποστολικῆς ἐξορμήσεως πρός τόν σλαβικόν κόσμον. Μετέδωσεν εἰς τούς σλαβικούς λαούς τό ἀποτεθησαυρισμένον ἐκ μακροχρονίου ἱστορικῆς ἐμπειρίας ὀρθόδοξον πνεῦμα καί διεπότισε δι᾽ αὐτοῦ ὀντολογικῶς τά βάθη τοῦ σλαβικοῦ πολιτισμοῦ, ὅστις εἶναι ἀδύνατον νά κατανοηθῇ ἄνευ ἀναφορᾶς εἰς τούς πνευματικούς του γεννήτορας. Διά τῆς ἱεραποστολικῆς αὐτῆς δράσεως κατέστη Μήτηρ Ἐκκλησία πάντων τῶν λαῶν τῶν προσελθόντων δι᾽ αὐτῆς εἰς τήν χριστιανικήν πίστιν. Ὡς δέ παρατηρεῖ ὁ διάσημος κανονολόγος Νικόδημος Μίλας, «φυσική συνέπεια τούτων εἶναι ὅτι αἱ ἐκκλησίαι τῶν ἐθνῶν τούτων ἀποτείνονται, πρός διακανονισμόν τοῦ ἐσωτερικοῦ ἐκκλησιαστικοῦ αὐτῶν βίου, εἰς τήν Μητέρα Ἐκκλησίαν αἰτούμεναι ὁδηγίας πρός τοῦτο καί πρός πάντα καθόλου τά ἄγνωστα καί ἀσαφῆ αὐταῖς ἐκκλησιαστικά ζητήματα» (Ἐκκλ. Δίκαιον, σελ. 156-157).
Ἡ πνευματική αὕτη μητρότης τῆς Ἐκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως ἐπεκτείνεται εἰς πάντας τούς Χριστιανούς, τούς ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ ὄντας καί τρεφομένους ἐκ τῆς διδασκαλίας τῶν Πατέρων καί τῶν Συνόδων, κατά τήν εὔστοχον διατύπωσιν τοῦ Πατριάρχου Ἠσαῒου, γράφοντος πρός τούς Ἀρμενίους ἐπιθυμοῦντας νά ἐπιστρέψουν εἰς τήν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν: «Μητρός λόγον ἡμεῖς ἐπέχομεν πρός τε ὑμᾶς καί πάντας τούς βουλομένους Χριστιανούς καί εἶναι καί ὀνομάζεσθαι ὡς καί ὑμεῖς ἀκριβῶς ἴστε. Καί γάρ ἐξ ἡμῶν αἱ διδασκαλίαι τῶν θείων Πατέρων καί τῶν Ἁγίων δέ Συνόδων ἡ θεόπνευστος νομοθεσία, ἐξ ἡμῶν ὡς ἀπό πηγῆς τινος εἰς τό τῆς Ἐκκλησίας πλήρωμα ἐξεχύθησαv» (Μiklοsich-Μuller) 2,259).
3. Ἡ Μεγάλη Ἐκκλησία συνεχίζει τό ἔργον της.
Μετά τήν ἀπώλειαν τῆς ἐξωτερικῆς αἴγλης καί δυνάμεως, λόγῳ συγκυριακῶν ἐπιδράσεων, τό Οἰκουμενικόν Πατριαρχεῖον ἀνέλαβεν ὡς στοργική μήτηρ τό ἔργον τῆς προστασίας καί περιθάλψεως τῶν ὑποδούλων ὀρθοδόξων λαῶν καί μέ πολλήν σύνεσιν καί σοφίαν ἐκινήθη μέσα εἰς τάς νέας συνθήκας τῶν καιρῶν, κατορθῶσαν νά συντηρήσῃ τήν ὀρθόδοξον πίστιν καί τήν αὐτοσυνειδησίαν τῶν Ὀρθοδόξων. Ἡ ἐμφάνισις τῆς πληθύος τῶν Νεομαρτύρων κατά τήν περίοδον αὐτήν ἀποτελεῖ δόξαν καί καύχημα διά τήν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν, συνδέουσα αὐτήν μέ τήν ἀρχαίαν Ἐκκλησίαν τῶν πρώτων αἰώνων, τῶν διωγμῶν καί τῶν μαρτυρίων. Καί ἀσφαλῶς ὁ κίνδυνος τοῦ ἐξισλαμισμοῦ δέν ἦτο ἡ μόνη ἀπειλή ἐναντίον τοῦ ὀρθοδόξου πληρώματος. Ἦτο ἐξ ἴσου μεγάλος καί ὁ κίνδυνος τοῦ ἐκ μέρους τῶν ἑτεροδόξων ἀσκουμένου προσηλυτισμοῦ, οἵτινες, εὑρόντες τόν ὀρθόδοξον λαόν ἐν πτωχείᾳ καί ἀδυναμίᾳ, εἰσῆλθον εἰς τήν αὐλήν τῶν προβάτων οὐχί ἐκ τῆς θύρας, ὡς οἱ ποιμένες, ἀλλ᾽ ἀλλαχόθεν, ὡς κλέπται καί λῃσταί, ἵνα θύσουν καί ἀπολέσουν (Ιω. 10,1-8). Ὑπάρχει πληθύς ἱστορικῶν στοιχείων περί τῆς σθεναρᾶς στάσεως τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου ἔναντι τῆς ξένης προπαγάνδας, ἡ ὁποία δυστυχῶς κατέφυγεν εἰς ἀθέμιτα μέσα πρός ἐπιτυχίαν τῶν σκοπῶν της· ὠργάνωσεν ἐκστρατείαν δυσφημήσεως καί κατασυκοφαντήσεως τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου μέ ἱστορικάς καί δῆθεν ἐπιστημονικάς μελέτας, διεγείρουσα κυρίως τάς ἐθνικάς εὐαισθησίας τῶν ὀρθοδόξων λαῶν, ὥστε νά ἀποδυναμωθῇ ἡ ἐπίδρασις τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καί νά καταστῇ οὕτως εὐάλωτος λεία τῶν ξένων «Ἱεραποστολῶν».
Τό Οἰκουμενικόν Πατριαρχεῖον μετά τῆς ὀρθοδόξου πίστεως διεφύλαξε καί τήν ἐθνικήν συνείδησιν τῶν λαῶν τῆς Βαλκανικῆς. Ἡ Ὀρθοδοξία δέν καταπνίγει τόν ὑγιῆ ἐθνικισμόν· τόν ἐντάσσει ἁρμονικῶς μέσα εἰς τήν πληθύν τῶν ἄλλων γνωρισμάτων, τῶν συναποτελούντων τήν ἀνθρωπίνην πλευράν τοῦ θεανθρωπίνου σώματος τῆς Ἐκκλησίας. Ὑπό τήν σκέπην καί καθοδήγησιν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου οἱ ὀρθόδοξοι λαοί ἐκαλλιέργησαν τάς ἐθνικάς των γλώσσας, ἀνέπτυξαν ἰδίαν ἕκαστος ἐκκλησιαστικήν γραμματείαν, ἤκουσαν τό Εὐαγγέλιον «τῇ ἰδίᾳ ἕκαστος διαλέκτῳ» (Πράξ. 2,8), ὡς κατά τήν ἡμέραν τῆς Πεντηκοστῆς. Τό φαινόμενον τοῦ σκληροῦ καί ἀκάμπτου ἐκλατινισμοῦ τῆς Θεολογίας καί τῆς λατρείας, τό ὁποῖον μέχρι τῆς Β῾ Βατικανείου Συνόδου κατεδυνάστευσε καί ἠφάνισε τά ἐθνικά στοιχεῖα τῶν Ῥωμαιοκαθολικῶν λαῶν, οὐδέποτε ἔσχε χώραν ἐν τῇ Ὀρθοδοξίᾳ, ὡς τοῦτο ἄριστα καταφαίνεται εἰς τήν περίπτωσιν τῶν σλαβικῶν λαῶν, τήν γραπτήν γλῶσσαν τῶν ὁποίων ἐδημιούργησεν ἡ Κωνσταντινούπολις. Ἐν τῇ Ὀρθοδόξῳ Ἐκκλησίᾳ οἱ λαοί τῆς Βαλκανικῆς διετήρησαν ἀλώβητα τά ἐθνικά καί φυλετικά των γνωρίσματα, ὥστε νά δυνηθοῦν κατά τόν 19ον αἰῶνα νά διεκδικήσουν τήν ἐθνικήν των αὐτοτέλειαν καί ἀνεξαρτησίαν. Καί μόνον ὅταν ὁ ἐθνικισμός διεξεδίκησε κυρίαρχον θέσιν, ὅταν ἐτέθη ἐπί κεφαλῆς τῶν γνωρισμάτων τῶν συνιστώντων τήν Ἐκκλησίαν καί ἠπειλεῖτο οὕτω ὁ πνευματικός ὑπερεθνικός χαρακτήρ αὐτῆς, ἡ ἐπί πνευματικῶν γνωρισμάτων ἑδραζομένη ἑνότης τῆς Ἐκκλησίας, τότε τό Οἰκουμενικόν Πατριαρχεῖον κατεδίκασε τήν τάσιν αὐτήν τοῦ «ἐθνοφυλετισμοῦ» ὡς ἐπικίνδυνον καινοτομίαν.
4. Νέα περίοδος. Ἑνότης τῶν Ὀρθοδόξων, διάλογος ἐν ἀγάπῃ καί ἀληθείᾳ πρός τούς ἑτεροδόξους.
Ἡ δημιουργία ἀνεξαρτήτων ἐθνικῶν κρατῶν εἰς τόν χῶρον τῆς Βαλκανικῆς εἶχεν ὡς ἄμεσον συνέπειαν τήν δημιουργίαν αὐτοκεφάλων τοπικῶν Ἐκκλησιῶν. Τό Οἰκουμενικόν Πατριαρχεῖον μολονότι ἔβλεπε συῤῥικνουμένην τήν τεραστίαν αὐτοῦ δικαιοδοσίαν, παρεχώρησε διά τῆς κανονικῆς ὁδοῦ τό αὐτοκέφαλον εἰς τάς Ἐκκλησίας τῶν νέων χωρῶν τῆς Βαλκανικῆς, ἀντέδρασε δέ μόνον εἰς περιπτώσεις προσβολῆς τῆς κανονικῆς τάξεως καί ὑπερεξάρσεως ἐθνοφυλετικῶν κριτηρίων. Ἡ πολυδιάσπασις πάντως αὐτή εἰς ἐθνικάς Ἐκκλησίας ἦτο νέον φαινόμενον εἰς τήν ζωήν τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Ἡ πρό πολλῶν αἰώνων παραχώρησις τοῦ αὐτοκεφάλου εἰς τήν Ἐκκλησίαν τῆς Ρωσσίας (1589) δέν εἶχεν δημιουργήσει προβλήματα εἰς τάς σχέσεις τῶν Ὀρθοδόξων καί λόγῳ τῆς εὐπειθείας τῆς θυγατρός πρός τήν Μητέρα Ἐκκλησίαν, ἀλλά καί λόγῳ τῆς μή ἐμφανίσεως εἰσέτι καί ἐξάρσεως τῆς ἀρχῆς τῶν ἐθνοτήτων, ἡ ὁποία ἀποτελέσασα τήν βάσιν τῆς ὑπάρξεως τῶν νέων κρατῶν καί συνδεθεῖσα μέ τάς μεταξύ αὐτῶν ἐθνικάς διεκδικήσεις συνετέλεσε καί εἰς τήν ψύχρανσιν τῶν σχέσεων μεταξύ τῶν αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν, ἰδιαιτέρως κατά τάς περιόδους τῶν μακροχρονίων πολεμικῶν συγκρούσεων.
Τό Οἰκουμενικόν Πατριαρχεῖον παρακολουθοῦν μετ᾽ ὀδύνης αὐτήν τήν ἔλλειψιν ἑνότητος μεταξύ τῶν Ὀρθοδόξων κατέβαλεν ἐργώδη προσπάθειαν, ἀπό τῶν ἀρχῶν τοῦ 20οῦ αἰῶνος, συσφίγξεως τῶν διορθοδόξων σχέσεων, σφυρηλατήσεως καί διαθερμάνσεως τῆς μεταξύ αὐτῶν ἑνότητος, ἡ ὁποία μέ τήν χάριν τοῦ Θεοῦ ἐστέφθη ὑπό πλήρους ἐπιτυχίας. Αἱ πολλαί διορθόδοξοι συναντήσεις, ἡ μέχρι τοῦδε ἀκώλυτος καί καρποφόρος προπαρασκευή τῆς συγκλήσεως τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου, ἡ κατά τάς ἡμέρας ἰδία ἡμῶν συμπαγής ἑνότης τῶν Ὀρθοδόξων ἐν τῇ ἀντιμετωπίσει τῶν νέων ἱστορικῶν προκλήσεων, ὡς τοῦτο ἐφάνη κατά τήν ἱστορικήν ἐν τῷ ἱερῷ τῆς Ὀρθοδοξίας Κέντρῳ συνάντησιν τῶν ἀρχηγῶν τῶν αὐτοκεφάλων Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν (Μάρτιος 1992), ἔχουν ἀφήσει πολύ ὀπίσω τήν ἐποχήν τῆς ἀποξενώσεως ὡς ἁπλῆν ἱστορικήν ἀνάμνησιν. Αἱ ἱστορικαί πρωτοβουλίαι τῆς Ἐκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως καί ἡ ὁλοπρόθυμος ἀνταπόκρισις τῶν λοιπῶν αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν ἐδημιούργησαν εὐνοϊκάς προϋποθέσεις διά τήν συνέχισιν, ἐπί τῆς αὐτῆς ὁδοῦ, τῆς πορείας τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.
Ἡ ἐπίτευξις τῆς διορθοδόξου ἑνότητος διηυκόλυνε τό ἔργον τῆς μετά τῶν ἑτεροδόξων συνδιαλλαγῆς ἐπί τῷ τέλει τῆς ἐπιτυχίας τῆς τῶν πάντων ἑνώσεως. Πράγματι δέ ἡνωμένη ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία παρέχει τήν μαρτυρίαν τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, διαλεγομένη μετά τῶν ἑτεροδόξων ἐν ἀγάπῃ καί ἀληθείᾳ. Εἰς οὐδεμίαν ἄλλην ἐποχήν διεξήχθησαν τόσοι θεολογικοί διάλογοι, ὅσοι διεξάγονται σήμερον. Τό ἀποτέλεσμα αὐτῶν τῶν διαλόγων καί γενικώτερον τῆς συμμετοχῆς τῶν Ὀρθοδόξων εἰς τήν λεγομένην Οἰκουμενικήν Κίνησιν, ἐφ᾽ ὅσον αὕτη ἡ συμμετοχή στηρίζεται εἰς τάς ἀρχάς τῆς ὀρθοδόξου πίστεως καί ζωῆς, ἐπαφίεται εἰς τήν χάριν τοῦ Θεοῦ, τοῦ ἀληθεύοντος ἐν ἀγάπῃ καί ἀγαπῶντος ἐν ἀληθείᾳ.
5. Ἡ Ἐκκλησιαστική δικαιοδοσία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου.
Ἡ Ἐκκλησία Κωνσταντινουπόλεως, οὖσα πρωτόθρονος μεταξύ τῶν αὐτοκεφάλων Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν καί ἔχουσα ἐξ ἱστορικῶν καί θεολογικῶν λόγων τό δικαίωμα καί τήν εὐθύνην τῆς ἐνάρξεως καί τοῦ συντονισμοῦ τῶν διορθοδόξου σημασίας ἐνεργειῶν, δέν παύει νά ἀποτελῇ τοπικήν Ἐκκλησίαν, ἧς ἡ δικαιοδοσία περιορίζεται εἰς συγκεκριμένην γεωγραφικήν περιοχήν, ὅπερ ἰσχύει κατά τούς κανόνας δι᾽ ὅλας τάς Ἐκκλησίας, καί διά τήν Ρώμην, πλήν τοῦ προνομίου τῆς ἀσκήσεως ὑπερορίου ἁρμοδιότητος εἰς τάς Ἐκκλησίας τῆς Διασπορᾶς, ἀπονεμηθέντος ἀποκλειστικῶς εἰς τήν Κωνσταντινούπολιν, καί τοῦ θεσμοῦ τοῦ ἐκκλήτου. Ὡς ἤδη ἐλέχθη, αἱ διοικήσεις τοῦ Πόντου, τῆς Θράκης καί τῆς Μικρᾶς Ἀσίας ἀπετέλεσαν τούς πρώτους χώρους τῆς ἐκκλησιαστικῆς δικαιοδοσίας τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου. Εἰς αὐτάς προσετέθησαν ἀπό τοῦ 8ου αἰῶνος αἱ ὑπαγόμεναι εἰς τό Ἀνατολικόν Ἰλλυρικόν περιοχαί ἀπό Ἀδριατικής μέχρι Νέστου καί ἀπό Δουνάβεως καί Ῥοδόπης μέχρι Κρήτης, αἱ ὁποῖαι, μολονότι πολιτικῶς ἀπό τοῦ τέλους τοῦ 4ου αἰῶνος ὑπήχθησαν εἰς τό ἀνατολικόν Ῥωμαϊκόν κράτος, ἀλλά καί ἐκκλησιαστικῶς τό 421 διά διατάγματος Θεοδοσίου τοῦ Β῾, ἐξηκολούθησαν μέχρι τοῦ 733 νά ἀποτελοῦν τήν ἐξαρχίαν ἤ τό βικαριᾶτον τῆς Θεσσαλονίκης, ὑπαγόμενον εἰς τήν Ἐκκλησίαν τῆς Ῥώμης. Εἰς τήν δικαιοδοσίαν τῆς Κωνσταντινουπόλεως ὑπήχθησαν καί οἱ διά τῆς ἱεραποστολικῆς αὐτῆς φροντίδος προσελθόντες εἰς τόν Χριστιανισμόν σλαβικοί λαοί. Ἡ Ἐκκλησία τῆς Ῥωσσίας μέχρι τοῦ 15ου αἰῶνος, ἐπί πέντε δηλαδή αἰῶνας, ἦτο μία τῶν μητροπόλεων τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου. Εἰς τόν χῶρον τῆς Βαλκανικῆς ἐσχηματίσθησαν αἱ αὐτόνομοι ἀρχιεπισκοπαί Τυρνόβου, Ἀχρίδος καί Πεκίου, κατά τήν διάρκειαν ὅμως τῆς τουρκοκρατίας ἐπανῆλθον ὑπό τήν ἄμεσον δικαιοδοσίαν τῆς Κωνσταντινουπόλεως, εἰς ἥν ἐπίσης ὑπήγοντο καί αἱ κατά τον 14ον αἰῶνα ὀργανωθεῖσαι μητροπόλεις Οὐγγροβλαχίας καί Μολδοβλαχίας.
Ἡ εὐρυτάτη αὕτη δικαιοδοσία τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἤρξατο σταδιακῶς μειουμένη διά τῆς παραχωρήσεως τῆς αὐτοκεφάλου ἀξίας εἰς τάς τοπικάς Ἐκκλησίας: εἰς τήν Ἐκκλησίαν τῆς Ῥωσσίας (1589), εἰς τήν Ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος (1850), εἰς τήν Ἐκκλησίαν τῆς Σερβίας (1879), εἰς τήν Ἐκκλησίαν τῆς Ῥουμανίας (1885), εἰς τήν Ἐκκλησίαν τῆς Ἀλβανίας (1937) καί εἰς τήν Ἐκκλησίαν τῆς Βουλγαρίας (1945).
Σοβαρωτέρα ἦτο ἡ συῤῥίκνωσις τῆς δικαιοδοσίας τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, ἡ προκύψασα ἐκ τῆς φυγῆς τῶν ὀρθοδόξων πληθυσμῶν ἐκ τῶν πατρογονικῶν αὐτῶν ἑστιῶν ἐν Πόντῳ, Θράκῃ καί Μ. Ἀσίᾳ, αἱ ὁποῖαι ὡς εἴδομεν ἀπετέλουν διά τῶν αἰώνων τόν ἱστορικόν γεωγραφικόν χῶρον τῆς ἐκκλησιαστικῆς αὐτοῦ δικαιοδοσίας. Ἡ φυγή αὐτή συνετελέσθη μετά τόν μικρασιατικόν πόλεμον τοῦ 1922 ἐξακολουθεῖ δέ μέχρι σήμερον. Οὕτω ἐκ τῶν περιοχῶν ἀπέμειναν ἐν Τουρκίᾳ σήμερον ἡ Ἀρχιεπισκοπή Κωνσταντινουπόλεως καί τέσσαρες μητροπόλεις: Χαλκηδόνος, Δέρκων, Πριγκηποννήσων καί Ἴμβρου καί Τενέδου.
Ἐκ τῶν πληθυσμῶν οἱ ὁποῖοι ἐγκατεστάθησαν εἰς Εὐρώπην, Ἀμερικήν καί Αὐστραλίαν, ἱδρύθησαν νέαι Ἀρχιεπισκοπαί καί Μητροπόλεις, μέ πολύν δυναμισμόν μεταξύ ἄλλων προηγμένων ὡς ἐπί τῶν πολύ λαῶν. Ἐκ τῆς συνυπάρξεως δέ αὐτῆς ἀναμένει πολλά ἀγαθά ἡ Ὀρθόδοξος Ἀνατολική Ἐκκλησία.
Ἐκτός τῶν ὁρίων τοῦ τουρκικοῦ κράτους ἐξακολουθοῦν νά παραμένουν ἐπίσης ὑπό τήν ἂμεσον δικαιοδοσίαν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου αἱ μητροπόλεις τῆς Δωδεκανήσου, ἡ ἡμιαυτόνομος Ἐκκλησία τῆς Κρήτης, ἡ μοναστική πολιτεία τοῦ Ἁγίου Ὄρους καί ἄλλα Πατριαρχικά Ἱδρύματα καί Ἑστίαι ἐν ὅλῃ τῇ Οἰκουμένῃ. Ἐπίσης, εἰς τήν δικαιοδοσίαν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου ἀνήκουν καί αἱ μητροπόλεις τῶν λεγομένων «Νέων Χωρῶν», τῶν ὁποίων ἡ διοίκησις ἐδόθη τό 1928 ἐπιτροπικῶς εἰς τήν Ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος.
Link: Οἰκουμενικόν Πατριαρχεῖον
ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΎ ΠΑΤΡΙΆΡΧΟΥ
Ἡ Αὐτοῦ Θειοτάτη Παναγιότης, ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης κύριος κύριος Βαρθολομαῖος, ἐγεννήθη ἐν Ἴμβρῳ τὴν 29ην Φεβρουαρίου 1940 ἐκ τῶν Χρήστου καὶ Μερόπης Ἀρχοντώνη. Τὸ κατὰ κόσμον ὄνομα αὐτοῦ ἧτο Δημήτριος. Μετὰ τὰ ἐγκύκλια μαθήματα ἐν τῇ γενετείρᾳ αὐτοῦ καὶ ἐν τῷ Ζωγραφείῳ Λυκείῳ τῆς Πόλεως εἰσῆλθεν εἰς τὴν περιώνυμον Θεολογικὴν Σχολὴν τῆς Χάλκης, ἐξ ἧς ἀπεφοίτησεν ἀριστοῦχος τὸ 1961 καὶ ἀμέσως ἐχειροτονήθη διάκονος, μετονομασθεὶς εἰς Βαρθολομαῖον. Ἀπὸ τοῦ 1961 μέχρι τοῦ 1963 ἐξεπλήρωσε τάς στρατιωτικὰς αὐτοῦ ὑποχρεώσεις ὡς ἔφεδρος ἀξιωματικός.
Μεταξὺ τῶν ἐτῶν 1963-1968 μετεξεπαιδεύθη ὡς ὑπότροφος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου ἐν τῷ Ἰνστιτούτῳ Ἀνατολικῶν Σπουδῶν Ρώμης, ἐν τῷ Οἰκουμενικῷ Ἰνστιτούτω Bossey Ἐλβετίας καὶ ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ τοῦ Μονάχου, εἰδικευθεὶς εἰς τὸ Κανονικὸν Δίκαιον. Ἀνηγορεύθη διδάκτωρ τοῦ ἐν Ῥώμῃ Ἰνστιτούτου (Γρηγοριανὸν Πανεπιστήμιον), ὑποβαλών διατριβὴν μὲ θέμα «Περὶ τὴν κωδικοποίησιν τῶν ἱερῶν κανόνων καὶ τῶν κανονικῶν Διατάξεων ἐν τῇ Ὀρθοδόξῳ Ἐκκλησίᾳ».
Ἐπιστρέψας τὸ 1968 εἰς τὴν Πόλιν διωρίσθη Βοηθὸς Σχολάρχης ἐν τῇ Ἱερᾷ Θεολογικῇ Σχολῇ Χάλκης, ἐν τῇ ὁποίᾳ τὸ ἑπόμενον ἔτος ἐχειροτονήθη πρεσβύτερος. Μετὰ ἐξάμηνόν ποὺ ὁ Πατριάρχης Ἀθηναγόρας ἐχειροθέτησεν αὐτὸν εἰς τὸ ὀφφίκιον τοῦ Ἀρχιμανδρίτου.
Τὸ 1972, ὅταν ἐξελέγη Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης ὁ ἀοίδιμος Δημήτριος καὶ ἵδρυσε τὸ Ἰδιαίτερον Πατριαρχικὸν Γραφεῖον, ἐκάλεσεν ὡς Διευθυντὴν αὐτοῦ τὸν Ἀρχιμανδρίτην Βαρθολομαῖον, τὸν ὁποῖον καὶ προήγαγε τὸ ἑπόμενον ἔτος (Χριστούγεννα 1973) εἰς Μητροπολίτην Φιλαδελφείας. Ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ Γραφείου τούτου ἔμεινε μέχρι τῆς προαγωγῆς του εἰς Μητροπολίτην Γέροντα Χαλκηδόνος (Ἰανουάριος 1990).
Ἀπὸ τοῦ Μαρτίου 1974 καὶ μέχρι τῆς ἀναρρήσεως αὐτοῦ εἰς τὸν Οἰκουμενικὸν Θρόνον διετέλεσε μέλος τῆς Ἁγίας καὶ Ἱερᾶς Συνόδου, ὡς ἐπίσης καὶ πολλῶν Συνοδικὼν Ἐπιτροπῶν.
Μετὰ τὸν θάνατον τοῦ Γέροντος αὐτοῦ Μητροπολίτου Μελίτωνος ἐξελέγη παμψηφεὶ εἰς διαδοχὴν αὐτοῦ Μητροπολίτης Χαλκηδόνος.
Ὁμιλεῖ πλὴν τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης, τὴν Τουρκικήν, τὴν Λατινικήν, τὴν Ἰταλικήν, τὴν Ἀγγλικήν, τὴν Γαλλικὴν καὶ τὴν Γερμανικήν. Ἐδημοσίευσεν ἀρκετὰ ἄρθρα, μελέτας καὶ λόγους.
Εἶναι ἰδρυτικὸν μέλος τῆς «Ἑταιρείας τοῦ Δικαίου τῶν Ἀνατολικῶν Ἐκκλησιῶν», τῆς ὁποίας ἐπὶ ἔτη διετέλεσεν Ἀντιπρόεδρος. Ἐπὶ 15ετίαν ὑπῆρξε μέλος καὶ ἐπὶ ὀκταετίαν Ἀντιπρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς «Πίστις καὶ Τάξις» τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν (ΠΣΕ). Ἔλαβε μέρος εἰς τάς Γενικὰς Συνελεύσεις τοῦ ΠΣΕ Δ΄ (Uppsala 1968), ΣΤ΄ (Vancouver 1983) καὶ Ζ΄ (Canberra 1991). Ὑπὸ τῆς τελευταίας ἐξελέγη μέλος τῶν Ἐπιτροπῶν Κεντρικὴς καὶ Ἐκτελεστικῆς τοῦ ΠΣΕ.
Ἀντιπροσώπευσε τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον εἰς πλεῖστα Συνέδρια Διορθόδοξα καὶ Διαχριστιανικά, εἰς ἐπισήμους ἀποστολὰς πρὸς τὴν Τουρκικὴν Κυβέρνησιν, πρὸς Ὀρθοδόξους καὶ μὴ Ἐκκλησίας, πρὸς Ἐπαρχίας τοῦ Θρόνου καὶ πρὸς τὸ Ἅγιον Ὄρος. Τὸ 1990 προήδρευσεν ἐν Γενεύη τῆς Διορθοδόξου Προπαρασκευατικῆς τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου Ἐπιτροπῆς, ἥτις ἐξήτασε τὸ θέμα τῆς Ὀρθοδόξου Διασπορᾶς.
Κατόπιν προσκλήσεως ἔδωκε κατὰ καιροὺς διαλέξεις εἰς διαφόρους πόλεις ἐπὶ θεμάτων ἐπικαίρων ἢ σχετιζομένων πρὸς τὴν εἰδικότητα αὐτοῦ (Ἀθῆναι, Θεσσαλονίκη, Λουβαίν, Μαδρίτη, Βιέννη, Ρώμη κ.ἄ.).
Εἶναι Ἑταῖρος τῆς Ὀρθοδόξου Ἀκαδημίας Κρήτης καὶ ἐπίτιμον μέλος τοῦ ἐν Βιέννη Ἱδρύματος Pro Oriente.
Εἶναι ἐπίσης ἐπίτιμος Διδάκτωρ τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν καὶ τῆς Θεολογικῆς Ἀκαδημίας Μόσχας, τῆς Φιλοσοφικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου Κρήτης, τοῦ City University τοῦ Λονδίνου, τοῦ τμήματος Περιβάλλοντος τοῦ Πανεπιστημίου Αἰγαίου (Λέσβος), τοῦ Καθολικοῦ Πανεπιστημίου Leuven Βελγίου, τοῦ Ὀρθοδόξου Θεολογικοῦ Ἰνστιτούτου Ἁγίου Σεργίου Παρισίων, τῆς Σχολῆς Κανονικοῦ Δικαίου τοῦ Πανεπιστημίου Aix-en-Provence (Γαλλία), τοῦ Πανεπιστημίου τοῦ Ἐδιμβούργου, τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς Τιμίου Σταυροῦ Βοστώνης, τοῦ ἐν Νέᾳ Ὑόρκη Θεολογικοῦ Σεμιναρίου Ἁγίου Βλαδιμήρου, τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς Ἰασίου, πέντε τμημάτων τοῦ Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, τῶν ἐν Ἀμερικὴ Πανεπιστημίων Yale, Georgetown, Tuft, Southern Methodist, τοῦ Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θρᾴκης, τοῦ Πανεπιστημίου Yale, τοῦ Τμήματος Ἱστορίας - Ἀρχαιολογίας τῆς Φιλοσοφικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου Ἰωαννίνων, τοῦ Ἑβραϊκοῦ Πανεπιστημίου Ἱεροσολύμων κ.ἄ.
Ἀμέσως μετὰ τὴν χάριτι θείᾳ ἀνάρρησιν Αὐτοῦ εἰς τὸν Οἰκουμενικὸν Θρόνον ἤρξατο τοῦ ἔργου Αὐτοῦ κατὰ τάς ἐξαγγελίας Αὐτοῦ εἰς τάς προγραμματικὰς δηλώσεις καὶ εἰς τὸν Ἐνθρονιστήριον λόγον του.
Οὕτω, πρὸς προώθησιν τῆς πανορθοδόξου ἑνότητος καὶ συνεργασίας, συνεκάλεσεν εἰς τὸ Φανάριον τοὺς ἀδελφοὺς Αὐτοῦ Προκαθημένους τῶν κατὰ τόπους Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν (1992) καὶ ἅπαντες ὁμοῦ ἐξαπέλυσαν Μήνυμα πρὸς τὴν Ἐκκλησίαν καὶ τὸν κόσμον, χαρακτηρισθὲν ὡς ἡ ἑνιαία φωνὴ τῆς Ὀρθοδοξίας. Παρόμοιαι Συνάξεις ἔγιναν καὶ τὸ 1995 ἐν Πάτμω, τὸν Ἰανουάριον 2000 ἐν Ἱεροσολύμοις, τὸν Δεκέμβριον τοῦ ἰδίου ἔτους ἐν ΚΠόλει καὶ Νικαίᾳ, τὸ 2008 καὶ τὸ 2014 καὶ πάλιν ἐν ΚΠόλει, καὶ τὸν Ἰανουάριον τοῦ 2016 ἐν Γενεύῃ, ἔνθα καὶ ἀπεφασίσθη ἡ σύγκλησις τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου, πραγματοποιηθείσης τὸν Ἰούνιον τοῦ ἰδίου ἔτους ἐν Κρήτῃ ὑπὸ τὴν προεδρίαν αὐτοῦ.
Ὡς νέος Πατριάρχης ἐπεσκέφθη ἐθιμοτυπικῶς τὸν Πρόεδρον τῆς Δημοκρατίας καὶ τάς Κυβερνητικὰς ἀρχὰς ἐν Ἀγκύρᾳ καὶ ἔθεσεν ὑπ’ ὄψιν αὐτῶν τὰ ἀπασχολοῦντα τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον καὶ τὴν περὶ αὐτὸ ἐν Τουρκίᾳ Ὁμογένειαν προβλήματα, μὲ πρῶτον τὸ τῆς ἐπαναλειτουργίας τῆς ἐν Χάλκῃ Ἱερᾶς Θεολογικῆς Σχολῆς. Τοιαύτας ἐπικοινωνίας πρός τὰς ἀρχάς τῆς χὼρας εἴχε καὶ ἀργὸτερον κατ᾽ἐπανάληψιν, ἐπιμένων εἰς τὴν διεκδίκησιν τῶν δικαίων τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῆς ὁμογενείας καὶ καταγγέλλων τὴν καταστρατὴγησιν αὐτῶν.
Link: Βιογραφικὸν Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου
ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΙΤΑΛΙΑΣ ΚΑΙ ΜΕΛΙΤΗΣ
Ο Μητροπολίτης
Ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Πολύκαρπος, Ορθόδοξος Αρχιεπίσκοπος Ιταλίας και Έξαρχος Νοτίου Ευρώπης.
Ο Σεβασμιώτατος εδρεύει στην:
Βενετία. Διεύθυνση: Castello 3422, Campo dei Greci, 30122 Βενετία - Ιταλία.
Διαχείρηση
Έδρα: Βενετία.
Διεύθυνση: Ιερά Ορθόδοξη Αρχιεπισκοπή Ιταλίας, Castello 3422, Campo dei Greci, 30122 Βενετία - Ιταλία.
Τηλ. (+39) 041.52.39.569, fax (+39) 041.52.27.016
web: www.ortodossia.it
www.facebook.com/ortodossia.it
e-mail: [email protected].
Γενικός Γραμματέας: Αρχιμ. Αθηναγόρας Φασιόλο
Προσωπικό Γραφείο του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου κ.κ.
Διευθυντής: Η Γενική Γραμματέας Αρχιμανδρίτης Αθηναγόρας Φασιόλο.
Γραμματεία της Ιεράς Αρχιεπισκοπής: Πρωτοπρεσβύτερος Nicola Madaro.
Βιογραφικό Σημείωμα Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτη Πολύκαρπου Ορθοδόξου Αρχιεπισκόπου Ιταλίας
Ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Ιταλίας και Έξαρχος Νότιας Ευρώπης POLICARPO (γνωστός και ως Παναγιώτης Σταυρόπουλος) γεννήθηκε στις 15 Οκτωβρίου 1963 στο Lepanto (Ελλάδα). Αποφοίτησε από τη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών (1986), μετά τη στρατιωτική θητεία (1986-88), ακολούθησε μεταπανεπιστημιακές σπουδές στο Ποντιφικό Ανατολικό Ινστιτούτο της Ρώμης (1988-1990), με υποτροφία της Αγίας Έδρας. Διάκονος και Πρεσβύτερος χειροτονήθηκε στον Πατριαρχικό Ναό του San Giorgio al Fanar (Κωνσταντινούπολη) τον Ιανουάριο του 1990 από τον Μέντορά του, τον τότε Μητροπολίτη Χαλκηδόνας Βαρθολομαίο (σημερινό Οικουμενικό Πατριάρχη). Υπηρέτησε ως εφημέριος της Βενετίας (1999-2007) και Γενικός Εφημέριος της Ορθόδοξης Αρχιεπισκοπής Ιταλίας (1992-2007).
Στις 30 Απριλίου 2007 εξελέγη Μητροπολίτης Ισπανίας και Πορτογαλίας, χειροτονήθηκε επίσκοπος στις 6 Μαΐου 2007 στην Κωνσταντινούπολη από τον Οικουμενικό Πατριάρχη και ενθρονίστηκε στον Ελληνικό Ορθόδοξο Καθεδρικό Ναό της Μαδρίτης στις 16 Ιουνίου 2007. Ιούνιος 2007-Ιανουάριος 2021) ίδρυσε 55 νέες ενορίες και χειροτόνησε 32 νέους ιερείς. Στις προσπάθειές του οφείλουμε τη νομική αναγνώριση της Αρχιεπισκοπής Ισπανίας και Πορτογαλίας και την είσοδο του στη Διάσκεψη μεταξύ του Ισπανικού Κράτους και της FEREDE.
Στις 14 Ιανουαρίου 2021 εξελέγη Μητροπολίτης Ιταλίας και ενθρονίστηκε στις 11 Μαρτίου 2021 στον καθεδρικό ναό του στη Βενετία.
Στις 11 Μαρτίου 2021 ενθρονίστηκε Μητροπολίτης Ιταλίας και Έξαρχος για τη Νότια Ευρώπη με πανηγυρική τελετή στον Καθεδρικό Ναό του S. Giorgio dei Greci στη Βενετία.
Έχει εκπροσωπήσει τη Μητέρα Εκκλησία σε πολλές αποστολές, συναντήσεις και συνέδρια. Εκτός από ελληνικά, μιλάει ιταλικά, ισπανικά και γαλλικά.
Ονομαστική εορτή: 23 Φεβρουαρίου (εορτή Αγίου Πολυκάρπου Σμύρνης).
Link: Ιερά Μητρόπολις Ιταλίας και Μελίτης
Η ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΕΝΟΡΙΑ ΜΙΛΑΝΟΥ
Ο Ενοριακός Ναός
Ιδρύθηκε τον 9ο αιώνα από τον Verulfo γνωστό ως Podone ή Pedone, και υποβλήθηκε, ξεκινώντας από το 1440, σε αρκετές αποκαταστάσεις που ήθελε η οικογένεια Borromeo. Με βάση την πλατεία που τους ανήκε και βρίσκεται ανάμεσα στις κατοικίες της οικογένειας των Μιλανέζων, η Εκκλησία στεγάζει το πολυγωνικό παρεκκλήσι της οικογένειας Borromeo στη δεξιά πλευρά των τριών ναών. Επίσης από την αρχοντική οικογένεια, ο στολισμός της πύλης με «την Παναγία και το Βρέφος μεταξύ δύο μορφών» και η κατασκευή του νέου καμπαναριού μεταφέρθηκε από την πρόσοψη στην υπόλοιπη εκκλησία, στα δεξιά της αψίδας.
Από μια μεταγενέστερη περίοδο, μεταξύ 1626 και 1628, οι ανακατασκευές της χορωδίας, του θόλου και της σκηνής. Από την ίδια περίοδο η κατασκευή ενός δεύτερου παρεκκλησίου, αφιερωμένου στη Santa Giustina, στην αριστερή πλευρά του σηκού και οι επεμβάσεις στην πρόσοψη που αποτελούνται από ενιαία σειρά κορινθιακών παραστάδων που στηρίζουν το αέτωμα με το οικόσημο Borrome.
Επίσης τον δέκατο ένατο αιώνα δεν έλειψαν οι αρχιτεκτονικές παρεμβάσεις: οι δύο βωμοί, ο κύριος και αυτός του παρεκκλησιού Borromeo, ήταν νέοι, όπως και το άνοιγμα ενός τρίτου παρεκκλησίου μετά από αυτό της Santa Giustina. |
Ιερείς και Διακονούντες
Αρχιμανδρίτης: π. Ιωάννης Μπατσής
Ιεροψάλτης: κ. Βασίλειος Mfumu
I contenuti di Google Maps non possono essere mostrati in virtù delle tue attuali impostazioni sui cookie. Clicca su "Accetto e mostro il contenuto" per visualizzare i contenuti e accettare le impostazioni sui cookie di Google Maps. Per maggiori informazioni, ti invitiamo a consultare la nostra Dichiarazione privacy. Clicca qui per ritirare il tuo consenso alle impostazioni sui cookie in qualsiasi momento.
Contatti
Archimandrita p. Ioannis Batsis
Telefono: +39 347 914 3238
E-Mail: [email protected]
E-Mail: [email protected]
Indirizzo
Parrocchia Greco-Ortodossa
Dell' Inno Akathistos Milano
Piazza Borromeo 6
Milano 20123
Italia
Contattaci su WhatsApp